Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΑ

      Γενικότερα η βία ορίζεται ως εξής: «Οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Επίσης οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία και διαπράττεται στην παρουσία ανηλίκου, θεωρείται αδίκημα με βάση τον παρακάτω Νόμο (αρ.119(Ι)/2000,άρθρο3)

      ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ

•Σωματική

•Σεξουαλική

•Ψυχολογική

•Παραμέληση

      Θα γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο κείμενο στην λεκτική βία, είτε αυτή προέρχεται από το κοινωνικό σύνολο, από το εργασιακό περιβάλλον, ακόμα και από την οικογένεια (άμεση και ευρύτερη)

      Η ψυχολογική βία περιλαμβάνει την απόρριψη, ανασφάλεια, έλλειψη αλληλοσεβασμού, εξευτελισμός, παραμέληση, τρομοκρατία, φωνές κα.

      Συγκεκριμένα στην λεκτική βία συναντάμε ύβρεις, προσβολές, απειλές και εκφράσεις μειωτικές και υποτιμητικές.

      Παραμέληση

      Η παραμέληση αφορά κυρίως τα παιδιά, τους ηλικιωμένους ή άλλα άτομα που αδυνατούν για διάφορους λόγους να φροντίσουν τον εαυτό τους όπως είναι τα άτομα με χρόνια σοβαρά προβλήματα υγείας, αναπηρία κλπ.

      Με τον όρο "παραμέληση" περιγράφεται το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ένας ή περισσότεροι ενήλικες που έχουν την ευθύνη της φροντίδας ενός ατόμου, επιτρέπουν να προκληθούν στο άτομο σωματικές κακώσεις ή συνθήκες στέρησης σε τέτοιο βαθμό, ώστε συχνά να επιφέρουν σοβαρές διαταραχές σωματικής, νοητικής, συναισθηματικής ή κοινωνικής μορφής ακόμα και το θάνατο. Ένα παιδί είναι παραμελημένο εάν αφεθεί χωρίς φροντίδα για μακρά χρονικά διαστήματα ή εάν εγκαταλειφθεί. Να τονιστεί ότι άτομα με σχέση φροντίδας, μπορεί εκτός των γονέων, να είναι άλλοι συγγενείς όπως και το προσωπικό ιδρυμάτων, δάσκαλοι, βρεφοκόμοι και άλλοι.

      Λεκτική βία από συγγενικό πρόσωπο προς ανήλικο παιδί.

      Πρώτα απ’ όλα θα γίνει μία σύντομη αναφορά για την σημασία των παππούδων στην ζωή των εγγονιών ανάλογα το ηλικιακό φάσμα στο οποίο ανήκουν. Γνωρίζουμε ότι η παρουσία της γιαγιάς και του παππού στην ζωής ενός παιδιού είναι πολύ σημαντική, αυτή η σχέση δίνει και στους δύο πολύ όμορφα και σπουδαία πράγματα. Δεν αντικαθιστά την γονική σχέση. Ο ρόλος των παππούδων παραμένει ως έχει τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Διακρίνονται 3 ηλικιακές φάσεις όπου γίνονται κάποιοι παππούδες, κάθε περίοδος είναι ξεχωριστή και παρουσιάζει τα δικά της στοιχεία. Το ηλικιακό φάσμα των 40-55 ετών, εδώ οι «μεγάλοι γονείς» είναι αρκετά νέοι αλλά παρ’ όλα αυτά έχουν γίνει παππούδες. Είναι πιθανόν να εργάζονται και ο ερχομός ενός εγγονιού δεν σταματά την καθημερινότητα τους. Θα ξαναθυμηθούν την παιδική τους ηλικία, δεν θα σταματήσουν την δική τους καθημερινή ροή. Σ΄αυτή την φάση είναι ωφέλιμο η νεαρή γιαγιά να ακολουθεί την ανατροφή που θέλει να δώσει ο νέος γονιός στο παιδί του, χωρίς να επιβάλλει τις δικές της εμπειρίες που βίωνε κάποια χρόνια πριν.

      Στο ηλικιακό πλαίσιο μεταξύ 55-65, εδώ οι μεγάλοι γονείς αρχίζουν α αισθάνονται ότι οι δραστηριότητες τους περιορίζονται μέσα στην καθημερινότητα. Αισθάνονται κουρασμένοι ιδίως εκείνοι που σ’ όλη τους την ζωή αντιμετώπιζαν δυσκολίες και ταλαιπωρίες. Η περίοδος της συνταξιοδότησης για ορισμένους είναι μία περίοδος αναδιαπραγματεύσεων, θέτουν νέους στόχους, και καινούργιες ασχολίες στην καθημερινότητα τους. Ορισμένοι όμως νιώθουν ότι είναι η αρχή τους τέλους της ζωής τους, ότι στο εξής δεν έχουν να κάνουν κάτι και να προσφέρουν, οφείλουν αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν προσπάθεια ώστε να γεράσουν όσον το δυνατό πολύ αργότερα. Οι παππούδες σ’ αυτή την ηλικιακή φάση έχουν τον χρόνο και την θέληση να βοηθήσουν τα παιδιά τους όταν τους το ζητούν στα ζητήματα που αφορούν τα εγγόνια τους και ιδίως στα πιο πρακτικά, όπως την μεταφορά τους στο σχολείο, στις εξωσχολικές τους δραστηριότητες. Στο ηλικιακό φάσμα μεταξύ 65-75, εδώ οι μεγαλύτεροι γονείς (παππούδες) συνεχίζουν να ζουν μία γόνιμη και δημιουργική περίοδο ιδίως όταν είναι η ιδιοσυγκρασία τους τέτοια και γενικότερα ήταν άνθρωποι πάντα δραστήριοι. Περνώντας τα 75-80, εδώ θα λέγαμε ότι υπάρχει η κατηγορία των γερόντων, είναι η αρχή της 4ης ηλικίας (Χουρδάκη Μ.). Είναι πιθανό και συναντάμε πολλές φορές ανθρώπους αυτής της ηλικιακής κατηγορίας που δεν παρουσιάζουν ελαττώματα, ή αδυναμίες όπως ορισμένοι γυρνώντας πολλά χρόνια πριν. Σ’ αυτές τις ηλικίες οι ίδιοι οι παππούδες αδυνατούν πολλές φορές να αναλάβουν την φύλαξη των εγγονιών τους, αρκετοί αναγνωρίζουν τις δυνατότητες τους και επιλέγουν να μην έχουν αυτή την ευθύνη διότι δεν εμπιστεύονται τις αντοχές, τις δυνάμεις τους. Εδώ καλείται το ζευγάρι να βρει άλλους τρόπους όπου θα εξυπηρετηθεί. Είναι πιθανό και τα εγγόνια να νιώθουν μία αποστασιοποίηση από τους παππούδες αυτής της ηλιακής γκάμας. Δεν μπορούν να χαρούν το παιχνίδι μαζί τους, δεν μπορούν να τους κουράσουν, να τους ζαλίσουν από τις φωνές τους και τα καμώματα τους. Καταλαβαίνουν ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλοι για όλα εκείνα που θέλουν τα παιδιά να μοιραστούν μαζί τους. Μπορεί ορισμένα παιδιά να συγκρίνουν τους δικούς τους παππούδες με εκείνων άλλων φίλων τους που βρίσκονται σε νεαρότερη ηλικία και να αισθάνονται αμήχανα ότι δεν μπορούν να απολαύσουν το παιχνίδι και το κανάκεμα με τους δικούς τους παππούδες.

      Αναφέρθηκαν όλα τα παραπάνω με στόχο να δοθεί μία σύντομη εικόνα στο τι επικρατεί από την στιγμή που κάποιος γίνει παππούς/γιαγιά. Τι αλλάζει αλλά και τι παραμένει ίδιο. Συναντάμε και ακούμε όμως πολύ συχνά παιδιά ιδίως μικρής ηλικίας (δυστυχώς στην ηλικία όπου γίνονται πολύ σημαντικές καταγραφές) όπου γίνονται δέκτες μία έντονης λεκτικής βίας. Συγγενείς, ιδίως εκείνοι που βοηθούν τα παιδιά τους στο να αναλαμβάνουν μέρος της φροντίδας και της διαπαιδαγώγησης των εγγονιών τους, χρησιμοποιούν έντονο λόγο, αρνητική έκφραση και διάθεση μ’ αποτέλεσμα να διοχετεύεται ο φόβος και η ένταση στην ψυχή ενός παιδιού. Για την κατάλληλη ψυχική ισορροπία ενός παιδιού θα ήταν καλύτερο η αποφυγή αυτής της επαφής, του παιδιού και εκείνου που ασκεί έμμεσα βία επάνω του. Οι άνθρωποι εκείνοι που χρησιμοποιούν ύβρεις, έντονο και αυστηρό βλέμμα, βλοσυρότητα και πολλές φορές τιμωρία στα παιδιά, είναι άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τις συνέπειες αυτής τους τις συμπεριφοράς, δεν πιστεύουν ότι κάνουν κάτι κακό, ίσια-ίσα θεωρούν ότι δεν θα πάθουν κάτι τα παιδιά, και ότι έτσι γίνονται σκληρά και όχι ευαίσθητα!!

      Στην ενδοοικογενειακή βία συναντάμε κυρίως ένα μέλος της οικογένειας να ασκεί σωματική και ψυχική κακοποίηση σε άλλο μέλος της οικογένειας κυρίως στο μικρότερο, διότι το θεωρεί ανήμπορο και άβουλο. Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να την συναντήσουμε σε διάφορες μορφές. Εκείνες που συναντάμε πιο συχνά είναι η σωματική κακοποίηση, η σεξουαλική, η συναισθηματική και η ψυχολογική.

      Το άτομο που ασκεί τη βία μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορες μεθόδους όπως απειλές, ότι θα χτυπήσει , θα διακόψει το χαρτζηλίκη θα κάνει κακό στα παιδιά. Ο συγγενής που ασκεί βία σ’ ένα παιδί δεν το σέβεται, όπως δεν σέβεται και τον ίδιο του τον εαυτό. Οποιασδήποτε μορφής βίας και να ασκεί, όποια απαξιωτική συμπεριφορά και να εκφράζει απέναντι προς το παιδί υπάρχει μία μορφή νοσηρότητας του ενήλικα, που εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα με οποιοδήποτε μέσο θα υπάρχει έντονος κίνδυνος η ψυχολογική θέση του παιδιού να χειροτερεύει.. Στα παιδιά αρέσει η ηρεμία, η ρουτίνα και η επεξήγηση, ένας συγγενής με πολύ αρνητική ενέργεια, ένταση, θυμό και απωθημένα μπορεί να προκαλέσει αρκετά μεγάλο κακό στην ψυχοσύνθεση ενός παιδιού.

      Το προφίλ εκείνων που ασκούν λεκτική βία

      Τα ευρήματα τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες χώρες δείχνουν ότι οι γονείς είναι άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες για φροντίδα και στήριξη τόσο από κοινωνικούς φορείς, όσο και από ειδικούς ψυχικής υγείας. Σοβαρές ψυχικές δυσκολίες (π.χ. πληρούν τα κριτήρια για ψυχιατρικές διαγνώσεις όπως, κατάθλιψη, διαταραχή προσωπικότητας, σπανιότερα ψυχωσικές διαταραχές. – Περιορισμένες νοητικές ικανότητες. – Σημαντική δυσκολία να ελέγχουν τον εαυτό τους και τις παρορμήσεις τους (κυρίως τις επιθετικές). – Συναίσθημα βαθιάς ανεπάρκειας για το γονεϊκό τους ρόλο και για την εικόνα του εαυτού τους γενικότερα. – Έντονες (ναρκισσιστικές) ανάγκες για εξάρτηση και προσοχή από τους άλλους, τις οποίες τείνουν να καλύπτουν χρησιμοποιώντας τα παιδιά τους ως πηγή φροντίδας. Έτσι, τα παιδιά τους αναλαμβάνουν να στηρίζουν τους γονείς, παραμελώντας τις δικές τους φυσιολογικές ανάγκες για φροντίδα και εξάρτηση (το λεγόμενο σύνδρομο «γονεοποιημένου παιδιού»). – Κακές σχέσεις με τους δικούς τους γονείς. Οι περισσότεροι γονείς που κακοποιούν έχουν υπάρξει θύματα ή μάρτυρες βίαιων σκηνών μέσα στις δικές τους οικογένειες. Με την κακοποίηση του παιδιού τους τείνουν ασυνείδητα να ανακουφίζουν και να ελέγχουν τα δικά τους παιδικά ψυχικά τραύματα μέσα από τη διαδικασία της «ταύτισης» με τον βίαιο και επιθετικό γονιό τους. Έτσι ένα κακοποιημένο παιδί ενδέχεται να γίνει κι εκείνο ένας βίαιος γονιός στο μέλλον, συνεχίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το δια-γενεαλογικό πέρασμα της βίας στην οικογένεια. – Συχνότερη χρησιμοποίηση λεκτικής επιθετικότητας, σωματικής τιμωρίας και επιβολής δύναμης στα παιδιά συγκριτικά με φυσιολογικούς γονείς. Επίσης, εκδηλώνουν σημαντικά σπανιότερα θετικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. παιχνίδι, διάλογο, καθοδήγηση) με τα παιδιά τους. – Ακαμψία στις στάσεις τους απέναντι στο παιδί, αλλά και σε άλλα θέματα της ζωής γενικότερα. – Τάση να αντιλαμβάνονται και να περιγράφουν το παιδί με τρόπο αρνητικό («δύσκολο», «κακό», «προβληματικό») (Πηγή: http://el.wikipedia.org/)