Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΟΣ / ΤΙ ΦΟΒΑΤΑΙ ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΓΟΝΕΑΣ

      Όλοι μα όλοι οι άνθρωποι σε κάποια φάση της ζωής τους είναι πολύ πιθανό να έχουν νιώσει φόβο για κάτι ακόμα και για κάποιον. Τι είναι όμως ο φόβος, αυτό το σύμπλεγμα συναισθημάτων που «κλειδώνει» αρκετές φορές τις ψυχές των ανθρώπων, περιορίζει την κινητικότητα τους, τον δυναμισμό τους την ελευθερία τους;; Ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε φοβία και θα δούμε παρακάτω κάποια βασικά στοιχεία του διαχωρισμού αυτών των δύο. Οι μονογενείς ίσως να έχουν έναν επιπλέον λόγο να αισθάνονται φόβο για την ζωή τους, ή για το παιδί τους, φόβο ότι είναι «μόνοι» και δυσκολεύονται να διαχειριστούν καταστάσεις μη αναμενόμενες, απρόοπτα κα. Βέβαια όταν κάποιον μονογονέας είτε από επιλογή είτε όχι, όταν πλέον πορεύεται ως ενήλικας μόνο με τα ανήλικα παιδιά του, τότε αποκτά τεράστια δύναμη, αποφασιστικότητα, σκληραίνει για να επιβιώσει. Δεν επαναπαύεται και δεν χαλαρώνει σχεδόν ποτέ, είναι συνέχεια σε μία διαρκή εγρήγορση για να επιτύχει και να καταφέρει πράγματα. Είναι αξιέπαινα άτομα και αξίζουν τον σεβασμό όλων.

      ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΟΓΟΝΕΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

      Μονογονεϊκή χαρακτηρίζεται η οικογένεια στην οποία ένας γονέας χωρίς σύζυγο, ανεξάρτητα από το λόγο για τον οποίο έχει μείνει μόνος/-η και ανεξάρτητα από την ύπαρξη άλλων ενήλικων μελών στην οικογένεια, ζει με ένα τουλάχιστον ανύπαντρο παιδί εξαρτημένο από αυτόν/-η (άγαμη μητέρα ή άγαμος πατέρας, χήρος/-α, διαζευγμένος/-η).

      Τις τελευταίες δεκαετίες οι μονογονεϊκές οικογένειες έχουν αυξηθεί στις ευρωπαϊκές χώρες. Σήμερα αντιπροσωπεύουν το 3% περίπου όλων των ευρωπαϊκών οικογενειών και το 9% των οικογενειών με παιδιά. Οι γυναίκες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των μονογονέων τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στην Ελλάδα ειδικά, με το αντίστοιχο ποσοστό να ανέρχεται στο 91%.

      Σύμφωνα με τις στατιστικές της Eurostat το 2001 στην ΕΕ των 15 υπήρχαν 4,3 εκατ. μονογονεϊκές οικογένειες. Ο αριθμός αυτής της μορφής οικογενειών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά σε διαφορετικά ποσοστά ανά κράτος μέλος. (πηγή: Κλίμακα) Οι μονογονεϊκές οικογένειες στην Ελλάδα (τουλάχιστον) αποτελούν μια κατεξοχήν «ευπαθή» ομάδα του πληθυσμού, μία κατάσταση που οι περισσότεροι δυσκολεύονται να αποδεχθούν ότι υπάρχει και επιπλέον έχουν να αντιμετωπίσουν αρκετά θέματα γραφειοκρατικά, επιδόματα... Οι οικογενειακές ευθύνες και εργασιακή ζωή είναι αρκετά (για ορισμένους) αντίξοες, καλούνται συνεχώς να «παλεύουν» για ότι δικαιούτο, να ενημερώνονται και να διεκδικούν τα όσα (δικαιωματικά) τους ανήκουν.. Οι επιπτώσεις των πιέσεων αυτών εξαρτώνται τόσο από τη «συνεισφορά» του πρώην συντρόφου αλλά και των οικογενειακών και άλλων κοινωνικών δικτύων βοήθειας, όσο και από τις προνομιακές ρυθμίσεις και τις δυνατότητες πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες. Είναι σημαντικό και εν μέρι ανακουφιστικό ότι η πολιτεία μεριμνά ιδιαίτερα τις παροχές για την προστασία της μονογονεικής οικογένειας. Τα ΜΜΕ, κοινωνικά μέσα δικτύωσης είναι μερικοί τρόποι για να ενημερώνονται οι μονογενείς για θέματα που τους αφορούν και επάξια δικαιούτο..

      ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΤΙ ΦΟΒΙΑ

      Ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου, μαζί με αυτόν του θανάτου με τον οποίο συνήθως συνδέεται, είναι η πιθανότητα απαξίωσης, περιφρόνησης, ή εχθρότητας εκ μέρους των άλλων. Αυτή η θεωρία πολλές φορές μπορεί να μην ευσταθή διότι στην πραγματικότητα κανένας δεν ασχολείται σοβαρά με κάποιον άλλον και αν το κάνει είναι κάτι περιστασιακό και επιπόλαιο. Η αίσθηση αυτή δημιουργείται σε ανθρώπους που τα βιώματα τους, τραυμάτισαν την αυτοεκτίμηση τους συνήθως κατά την παιδική ηλικία. Πρόκειται για ένα σύνολο μεγάλων αλλά και μικρών τραυμάτων που η εκδήλωση τους είτε έχει να κάνει μ’ αφορμή ενός ενοχλητικού συμβάντος είτε μπορεί να έχουν πάρει την μορφή διάφορων συμπλεγμάτων κοινωνικού φόβου. Ο φόβος θεωρείται ένα δυσάρεστο και έντονο συναίσθημα, λειτουργεί όμως ως μηχανισμός επιβίωσης και προστασίας. Αν δεν υπήρχε το συναίσθημα του φόβου, τότε ο άνθρωπος θα δυσκολευόταν να αντιληφθεί τους κινδύνους που τον απειλούν στην ζωή του και θα ήταν ανίσχυρος να αυτοπροστατευθεί, αλλά και να φροντίσει και να προστατέψει τους σημαντικούς του άλλους. Ενώ λοιπόν ο φόβος είναι χρήσιμος με καθαρά επιβιωτική αξία, η φοβία –που στην ουσία είναι παράλογος φόβος- είναι μια δυσάρεστη (συναισθηματικά) και άκρως δυσλειτουργική (ως συμπεριφορική αντίδραση) κατάσταση, που παγιδεύει το άτομο, περιορίζοντας τη ζωή του και χωρίς πραγματικά να την προστατεύει, όπως γίνεται στην περίπτωση του φόβου (Marks, 1993). Φόβος λοιπόν είναι η φυσιολογική και αναμενόμενη αντίδραση μπροστά σε έναν πραγματικό κίνδυνο, ή ακόμα και μία ορατή απειλή. Ενώ η φοβία είναι η υπερβολική αντίδραση φόβου σε κάτι, καθαρά υποκειμενική μα εντελώς δυσανάλογη με το μέγεθος του πραγματικού κινδύνου ή της επικείμενης απειλής(Marshall, 1994). Άρα λοιπόν, στην φοβία δεν υπάρχει κάποιος πραγματικός αντικειμενικός κίνδυνος κατά της ζωής του ατόμου, το ίδιο το άτομο όμως αντιδρά ακριβώς σαν να απειλείται η ζωή του.

      Οι πραγματικές αιτίες του ‘άγχους οποίες απορρέουν από αλληλεπιδράσεις του παρελθόντος, του παρόντος ακόμα και του μέλλοντος, μας διαφεύγουν, διότι βασίζονται σε μία παλιά ασυνείδητη υποψία πως οι άνθρωποι είναι ανεπαρκείς και άρα μη αποδεκτοί από τους άλλους. To άγχος, δεν είναι τόσο προσδιορίσιμο όπως στις φοβίες, είναι πιο αόριστο και γενικευμένο και αφορά το κατά πόσο ένα άτομο νιώθει ικανό να ανταπεξέλθει απέναντι στις φανταστικές ή πραγματικές απαιτήσεις των εκάστοτε εξωτερικών καταστάσεων (επαγγελματικών, οικογενειακών, κοινωνικών κλπ.). Στο άγχος, το άτομο υπερεκτιμά την δυναμική που μπορεί να έχουν οι εξωτερικές περιστάσεις/συνθήκες και να υποτιμά την δική του ικανότητα να μπορέσει να «τα καταφέρει σε κάτι». Όσο μεγαλύτερη είναι η υποτίμηση των δυνατοτήτων του, τόσο μεγαλύτερη είναι η υπερεκτίμηση των απαιτήσεων του περιβάλλοντος, και κατα συνέπεια τόσο πιο παθολογικό γίνεται το άγχος. (Ευαγγ. Κουσιάδης)

      Στην περίπτωση των φοβιών αλλά και του άγχους, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε υπόψην ότι δεν είναι τα φοβικά – εξωτερικά αντικείμενα/ερεθίσματα αυτά καθεαυτά που προκαλούν το άγχος και τον φόβο, αλλά ο τρόπος που τα άτομα το αντιμετωπίζουν, σκεπτόμενοι επάνω σ’ αυτά και αντιδρώντας ανάλογα. Είναι φυσιολογικό και χρήσιμο ακόμα και να βιώσει κάποιος τον φόβο σε επικίνδυνες καταστάσεις. Ο φόβος είναι μια προσαρμοστική αντίδραση του ανθρώπου. Εξυπηρετεί ένα προστατευτικό σκοπό. Με το σώμα μας και το μυαλό σε εγρήγορση και έτοιμοι για δράση, είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε γρήγορα και να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Αλλά στις φοβίες η απειλή είναι σε μεγάλο βαθμό υπερβολική ή ανύπαρκτη. (Πολυζόπουλος Ε., Ψυχίατρος) Συνήθως οι άνθρωποι φοβούνται την μη αποδοχή από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο τους τον εαυτό, είναι η ενοχή που κυριεύει τον άνθρωπο και αποτελεί το κυρίαρχο εμπόδιο για την ανθρώπινη ευτυχία. (Lucio Della Seta, 2007)

      ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΦΟΒΙΑΣ

      Τα κύρια συμπτώματα που παρατηρούμαι στις φοβίες είναι τα εξής: Δυσκολία στην αναπνοή, ταχυκαρδία ή αίσθημα παλμών, πόνος στο στήθος ή σφίξιμο, τρόμος ή τάση για εμετό, αίσθημα ζάλης ή λιποθυμία, σφίξιμο στο στομάχι, αίσθημα κρύου ή ζέστης, μυρμήγκιασμα των αισθήσεων, εφίδρωση. Ψυχολογικά συμπτώματα μιας φοβίας: αίσθημα πολύ μεγάλου άγχους ή πανικού, έντονη ανάγκη φυγής, αίσθηση "εξωπραγματικού", ο φόβος της απώλειας ελέγχου, αίσθηση σαν να πρόκειται να πεθάνετε, υπερβολική αντίδραση, και αίσθημα ανικανότητας ελέγχου του φόβου.

      ΑΙΤΙΕΣ

      Οι αιτίες που κρύβονται πίσω από τις φοβίες είναι ποικίλες. Αρκετές είναι οι επιστημονικές μελέτες που τονίζουν τη σημασία της κληρονομικότητας. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι βιολογικά «προγραμματισμένοι» να φοβούνται. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό αγχωδών διαταραχών (π.χ. φοβίες) έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν και οι ίδιοι ανάλογα προβλήματα. Επίσης αρκετοί πιστεύουν ότι οι φοβίες είναι αποτέλεσμα μάθησης . Το άτομο, μπορεί να «μάθει» να φοβάται, επειδή ήρθε αντιμέτωπο με ένα ερέθισμα το οποίο έχει συνδέσει με αρνητικά συναισθήματα από δικό του βίωμα. Κύριο και ουσιαστικό ρόλο έχει η προσωπικότητα του καθενός το πως ερμηνεύει τον κόσμο, τα ερεθίσματα γύρω του. Δύο άνθρωποι που μπορεί ταυτόχρονα να βιώνουν ένα κοινό ερέθισμα να αντιδράσουν τελείως διαφορετικά ο ένας με τον άλλον, η αντίδραση αυτή είναι που τελικά καθορίζει την ψυχική ισορροπία του εκάστοτε ατόμου.

      ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΩΝ ΜΟΝΟΓΟΝΕΩΝ

      Αναφέρουμε φόβους και όχι φοβίες διότι «αγγίζουμε» τις ανησυχίες εκείνες που είναι λογικό να αισθάνονται οι γονείς αυτής της ομάδας. Δεν υπάρχει περίπτωση οποιοσδήποτε γονιός να μην έχει ανησυχίες, άγχη, φόβους για ότι αφορά τα παιδιά του, την πορεία τους αλλά και για τους ίδιους, την υγεία τους, την πορεία της ζωή τους. Θεωρείτο φυσιολογικό για τους μονογενείς οι φόβοι να είναι πιο έντονοι από άλλους γονείς. Για παράδειγμα όταν ένας μονογονέας είναι χήρος, ξαφνικά η ανησυχία του μην τυχόν πάθει και εκείνος κάτι, κορυφώνεται. Είναι διαφορετικό όταν σε ένα σπίτι υπάρχουν και οι δύο γονείς και διαφορετικό όταν «ξαφνικά» ο ένας «φεύγει». Ο χήρος μονογονέας ξαφνικά αισθάνεται υπεύθυνος για όλα, κυριαρχούν έντονα αισθήματα παντοδυναμίας, ότι πρέπει και χρειάζεται να τα καταφέρει όλα μόνος του, ότι θα χρειάζεται στο εξής να λειτουργεί για δύο ακόμα και για τον γονιό που «έφυγε». Ο πρώτος καιρός για τον γονέα που μένει πίσω είναι σαφώς πιο δύσκολος οπότε και οι φόβοι του έχουν μία βάση δικαιολογημένη. Η ανησυχία έρχεται όταν αυτός ο φόβος γίνει φοβία, δηλαδή μεγαλώνοντας τα /το παιδιά./ι ο μονογονέας ανησυχεί για το παραμικρό, δεν μπορεί πλέον να απολαύσει κάτι στην ζωή του, διότι η βαθιά σκέψη του είναι στο ότι μπορεί να πάθει και εκείνος κάτι. Μία άλλη φοβία που δημιουργείται στους χήρους μονογενείς είναι η ανάγκη εξάρτησης που δημιουργείται «ξαφνικά» μετά από την απώλεια. Εξάρτηση κυρίως από μεριά του γονιού προς το παιδί και αντίστοιχα. Τα παιδιά όπως και να έχουν έρθει τα πράγματα χρειάζεται να προχωρούν την πορεία τους στρεφόμενοι μόνο μπροστά, στους στόχους τους, στα ερεθίσματα τους, στο μέλλον τους. Η ανασφάλεια που εισχωρεί μέσα στον μονογονέα τον καθιστά αδύναμο να μπορεί να το διαχειριστεί όλο αυτό, μ’ αποτέλεσμα να μην μπορεί να παραμένει ήρεμος στην καθημερινότητα του.

      Μία άλλη κατηγορία μονογονέων, που αισθάνονται διάφορους φόβους είναι οι διαζευγμένοι μονογονείς. Συγκεκριμένα εδώ εμφανίζονται διάφορων ειδών φόβων ή ανησυχίες σ’ αυτούς τους γονείς. Το πως δηλαδή θα διαχειριστούν οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά το διαζύγιο, τι θα επιφέρει στα μέλη της οικογένειας και αργότερα καθώς τα παιδιά θα μεγαλώνουν ο φόβος του γονιού θα είναι μην τυχόν επαναληφθεί στην ζωή των παιδιών τους το ίδιο μοτίβο, να χωρίσουν και οι ίδιοι από τις οικογένειες τους. Οι περισσότεροι μονογονείς όταν οι γάμοι των παιδιών τους δεν «προχωρούν» ενοχοποιούνται στρέφονται στον εαυτό τους, κατηγορώντας τους εαυτούς τους ότι τα ερεθίσματα που τα παιδιά τους έλαβαν δεν είναι τα πιο υγιή ή σωστά. Εσωτερικεύουν πολύ βαθιά αυτή την σκέψη μ’ αποτέλεσμα να μην μπορούν να είναι πάντα αντικειμενικοί με τις επιλογές συντρόφων των παιδιών τους.

Οι ανύπαντρες μητέρες κατά επιλογή, αλλά και εκείνες που ο πατέρας «εγκατέλειψε» την οικογένεια του, είναι μονογενείς που οι φόβοι τους εδώ έχουν να κάνουν με το πως θα ανακοινώσουν –κάποια στιγμή- στο παιδί τους την αλήθεια τους. Στην πρώτη περίπτωση οι μητέρες καλούνται να απαντήσουν ή να αυτοαποκαλύψουν στα παιδιά τους για την παρουσία ή μη ύπαρξης του πατέρα, για το πως επέλεξε να δημιουργήσει μία οικογένεια μόνη και διάφορα άλλα ερώτημα που το παιδί μπορεί κάποια στιγμή να θέσει. Ο κύριος φόβος εδώ της μονογονέα είναι η λήψη ευθυνών που μπορεί να δεχτεί ακόμα και την αποδοχή από το ίδιο το παιδί. Σαφώς τέτοιες συζητήσεις και αποκαλύψεις δεν είναι το πιο εύκολο να συμβεί, ο ενήλικας όμως έχει ένα προσόν να επιλέγει για τις επιλογές του με όποιο τίμημα και όποιο κόστος. Στην περίπτωση που ο πατέρας ή η μητέρα έχει «εγκαταλείψει» την οικογενειακή εστία δημιουργούνται πολλά ερωτήματα από το παιδί ακόμα και από μικρή ηλικία ιδίως όταν η απουσία τους ενός γονέας είναι εμφανή. Σε όποια ηλικία και να είναι ένα παιδί οι γονείς του εξηγούν με τον αντίστοιχο κατανοητό τρόπο την κατάσταση, προσπαθώντας αυτό να μην βλάψει και καταπονήσει την ψυχική του ηρεμία. Μία μητέρα φεριπείν που επέλεξε να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της χωρίς την παρουσία του πατέρα, θα χρειαστεί να θέσει την θέση της και την επιλογή της αυτή όταν το παιδί θα είναι σε ετοιμότητα και κατάλληλη ηλικία όπου αυτά που θα ακούσει να μπορεί να τα διαχειριστεί και αν όχι να καταλάβει (εξαρχής) τουλάχιστον να μπορεί να ακούσει.

      Αρκετοί μονογονείς συχνά αισθάνονται τον φόβο (ιδίως οι γυναίκες) ότι από την στιγμή που λείπει ο πρώην σύζυγος από το σπίτι μπορεί να τους τύχουν διάφορες καταστάσεις που οι ίδιες δεν θα μπορούν να ανταπεξέλθουν, είναι οι φόβοι για την καθημερινότητα αλλά είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίσει η μονογονέας πως ζούσε πριν, κουβαλούσε ασυνείδητα την ασφάλεια του συζύγου της, ένιωθε προστασία; Εάν η ίδια επέλεξε να λήξει αυτόν τον γάμο και τώρα μετάνιωσε;; Η δύναμη της συνηθείας (ακόμα και όταν κάποιοι δεν περνούν καλά) είναι αρκετά ύπουλη μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους να μην εμπιστεύονται τον εαυτό τους, τις δυναμικές τους και την αξία τους. Από κάτι ίσως απλό, κάτι που έκανε ο πατέρας στο σπίτι και η γυναίκα όχι, μέχρι την ολότητα των ευθυνών που πλέον έχει αναλάβει αυτό καθιστά μεγάλη ανασφάλεια, μπορεί να δημιουργηθούν φοβίες και το άτομο αυτό να πάρει ίσως λίγο περισσότερο χρόνο μέχρι να σταθεροποιηθεί στις δυνάμεις και στις αντοχές του. Όταν τα άγχη, οι φόβοι γίνουν μόνιμοι «κάτοικοι» στην ψυχή και στον νου του ανθρώπου, είναι σαν να στερεί το δικαίωμα να ζει την ελευθερία του, τα λάθη και τα πάθη του, τις αδυναμίες του. Οι μονογονείς ίσως έχουν έναν λόγο παραπάνω να ανησυχούν για το παρακάτω, αλλά η ίδια τους η δύναμη κρύβεται στην θέληση τους για το παρακάτω.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

ΕΝΙΣΧΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

      Είναι έμφυτη η αυτοεκτίμηση ή κατακτάτε με κόπο;;; Είναι ένα προσόν που αναμφισβήτητα βοηθάει τον άνθρωπο σ’ όλη του την πορεία από την στιγμή που αρχίζει να σχηματίζει τις σχέσεις του με την οικογένεια του, τις συναναστροφές με τους συνομηλίκους του, τις σπουδές, την εργασία του. Είναι ένα προσόν που βοηθά ακόμα και στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, όπως απόλυση ή μία προδοσία. Εκτιμώ τον εαυτό σημαίνει, σέβομαι, αγαπώ, δίνω χώρο στον εαυτό, τον προστατεύω, τον φροντίζω. «Για να είναι κάποιος αποτελεσματικός γονιός πρέπει πρώτα να δώσει στο παιδί του ρίζες για να μπορέσει να αναπτυχθεί και μετά φτερά για να πετάξει». Ο χώρος εκείνος ο οποίος κάποιος μαθαίνει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του, να τους δίνει την ακριβή του σημασία και να τα εκδηλώνει είναι το πλαίσιο που κάποιος θα μεγαλώσει, ένα από αυτά τα πλαίσια είναι η οικογένεια κάποιου.

      Μέσα από εκείνη το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει να πιστεύει στις ικανότητες του, στην δυναμικές του, να ισχυρίζεται με σθένος την άποψη του, να μαθαίνει από τα λάθη του και να συνεχίζει χωρίς να παραιτείται. Οι περισσότεροι γονείς οι οποίοι δεν έχουν ποτέ κακή πρόθεση δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν τα ισχνά συμπτώματα που παρουσιάζεται στο παιδί τους το οποίο έχει μειωμένη αυτοεκτίμηση. Η ανάγκη ενός παιδιού να κρύβει τα συναισθήματά του μπορεί να αντανακλά την επιθυμία του να κερδίσει ή να διατηρήσει την αποδοχή των γονιών του. Αρκετοί γονείς νιώθουν υπεύθυνοι ότι εξαιτίας τους το παιδί τους δεν πιστεύει και δεν εκτιμά τον εαυτό του. Άλλοι μπορεί να αισθάνονται απειλούμενοι από οποιαδήποτε περίσταση προκαλεί αυτοκριτική και αυτοαντιμετώπιση. Σε ένα σπίτι όπου επικρατούν το άγχος και το χάος ο κάθε αναπτυσσόμενος άνθρωπος θα βρει εμπόδια στο μονοπάτι της φυσιολογικής του εξέλιξης. Τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς πολλά αγγίγματα κουβαλούν μέσα τους έναν βαθύ πόνο και ερώτημα. « Δεν με αγαπούν αρκετά, ώστε να θέλουν να με αγκαλιάσουν;» «Και αν οι ίδιοι μου οι γονείς δε θέλουν να με αγκαλιάσουν, τότε γιατί κάποιος άλλος να θελήσει να το κάνει;»

       Ένα παιδί που λαμβάνει αγάπη και αυτό φαίνεται ποικιλοτρόπως θα αγαπήσει τον εαυτό του και δεν θα κυριεύεται στο μυαλό του σκέψεις διχόνοιας και αρνητικότητας Η αγάπη μεταβιβάζεται με πράξεις φροντίδας και με τη χαρά που δείχνουμε για το γεγονός της ύπαρξης του παιδιού μας. Ένας αποτελεσματικός γονιός μπορεί να δείξει τον θυμό του χωρίς να αποσύρει την αγάπη του. Μπορεί να διδάξει, χωρίς να καταφεύγει στην απόρριψη. Η αγάπη δε βιώνετε ως πραγματική όταν το παιδί λαμβάνει μηνύματα του τύπου «Δεν είσαι αρκετός».

      Σε ένα παιδί που επανειλημμένα έχει ειπωθεί ότι δεν πρέπει να νιώθει έτσι όπως νιώθει (φόβο, θυμό, χαρά, συγκίνηση, κλπ) τότε το ίδιο το παιδί ενθαρρύνεται να αρνηθεί συναισθήματα για να ευχαριστήσει τους γονείς του. Δε βοηθούμε την εξέλιξη ενός παιδιού με το να κάνουμε αποκήρυξη εαυτού προς την τιμή της αγάπης μας.

      Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗΣ

- Σταμάτα να κατακρίνεις και άρχισε να εκτιμάς τον εαυτό σου.

-Η αποδοχή του εαυτού σε βοηθά να κάνεις αλλαγές

-Ξεκίνα να εγκρίνεις τον εαυτό σου

-Επέτρεψε στον εαυτό σου να προχωρήσει μπροστά.

-«Μπορείς» να μην ανησυχείς με το παραμικρό.

-Σταμάτα να κατηγορείς συνεχώς τον εαυτό σου.

- Άκου και εμπιστεύσου τον εαυτό σου. Εσύ γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα τον εαυτό σου και τις επιθυμίες του.

-Αξίζεις την ευτυχία.

-Αντιμετώπισε τον εαυτό σου όπως και τους άλλους ανθρώπους.

-Όσο περισσότερο χαλαρώνεις και σέβεσαι τον εαυτό σου τόσο μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση αποκτάς.

      Η αυτοενίσχυση και η αυτοεκτίμηση είναι δύο δίδυμες καταστάσεις που είναι καλό το ένα να ακολουθεί και να υποστηρίζει το άλλο. Εκείνος που μπορεί να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση είναι ο ίδιος ο εαυτός και βέβαια αυτό αποκτάται όταν κάποιος έχει εκπαιδευτεί έχει μάθει από μικρή ηλικία να σέβεται τις ανάγκες του, να εκδηλώνει χωρίς κριτική τα συναισθήματα του. Η αυτοενίσχυση μαθαίνεται από συνεχή ενισχυόμενη συμπεριφορά, επίσης, ένας άλλος τρόπος είναι η μίμηση άλλων ατόμων που αυτοενισχύονται. Εκείνοι λοιπόν, που μαθαίνουν νέους τρόπους αυτοενίσχυσης και αυτοαξιολόγησης, συμπεριφέρονται στο εξής σύμφωνα με νέα καινούργια πρότυπα συμπεριφοράς. Η αυτοενίσχυση λοιπόν ακολουθεί τους νόμους της μάθησης όπως ακριβώς και με άλλες συμπεριφορές (Bandura, 1976).

      Με λίγα λόγια αυτοεκτίμηση θα πει: Συμφιλίωση με τα συναισθήματα, λέγοντας την αλήθεια στον εαυτό, σεβασμός προς τα συναισθήματα, αναγνώριση ποια συναισθήματα είναι δικά σου και ποια όχι, μείωση του φόβου και του πανικού, φροντίδα προς τον εαυτό, η ευτυχία ενισχύεται από μέσα μας, αποφυγή κατηγοριών και κριτικής προς τους άλλους.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΜΟΝΟΓΕΝΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

      Ακούγοντας τις λέξεις «ανύπαντρη μητέρα», «χήρα μητέρα», «διαζευγμένη μητέρα» πολλές φορές μπορούμε να υποθέσουμε τι μπορεί να ακολουθήσει ανάλογα το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον όπου η γυναίκα αυτή ανήκει. Ας μιλήσουμε λίγο για τα κοινωνικά στερεότυπα που ακολουθεί κάθε πολιτισμός. Κάθε κοινωνία, ο μικρόκοσμος αυτής ακολουθεί και πιστεύει κάποιες αξίες, ορισμένα στερεότυπα, δομές. Ο Δυτικός τρόπος σκέψης στην πλειοψηφία του ακολουθεί κάποια στερεότυπα από γενιά σε γενιά δίχως οι νεότεροι να τις φιλτράρουν και να τις προσαρμόζουν στα νέα δεδομένα της εποχής. Τι εννοείται με αυτό;;; Παλιότερα μία χήρα γυναίκα και μητέρα εκτός του ότι είχε να «δουλέψει» το βαρύγδουπο για εκείνη πένθος της απώλειας με ότι αυτό συγκαταλέγεται, είχε να αντιμετωπίσει και τον ρατσιστικό κοινωνικό της περίγυρο. Η κοινωνία «έχτιζε» επάνω της ανάλογα τι πορεία θα ακολουθούσε και την ανάλογη συμπεριφορα. Φεριπείν εάν μία χήρα μητέρα έδειχνε ότι αφοσιώνεται πλήρως στις ανάγκες των παιδιών της, δεν «φτιάχνει» και δεν προχωρά την προσωπική της ζωή ούτε ακόμα και την κοινωνική της, τότε αυτό είναι δεκτό και αρεστό από την κοινωνία στην οποία είναι μέρος. Εάν όμως μία άλλη γυναίκα ζει το πένθος της αλλά προχωρά την καθημερινότητα της, δουλεύοντας, κρατήσει το «μαύρο» για την ψυχή της και ντυθεί και με άλλα χρώματα, ή δείχνει να ευτυχή τότε είναι πολύ πιθανό ο κοινωνικός της περίγυρος, ή μέρος αυτού να την κρίνει, να την κατηγοριοποιήσει, να την περιφρονήσει.

      ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ

      Εάν ένας άνδρας χηρέψει ή αποφασίσει να διαζευχτεί και την επιμέλεια των παιδιών την έχει ο ίδιος, θα παρατηρήσουμε ότι ο περίγυρος περισσότερο θα δείξει οίκτο προς τον ίδιο και την νέα πραγματικότητα που καλείται να ακολουθήσει, αντίστοιχα όμως όταν αυτό συμβεί σε μία γυναίκα, ένα μέρος της κοινωνίας θα καραδοκεί να δει πως θα επιλέξει να ζήσει στο εξής αυτή η γυναίκα την ζωή της. Αν ανατρέξουμε στις παλιές ασπρόμαυρες Ελληνικές ταινίες θα θυμηθούμε ότι η χήρα μητέρα ή εκείνη που την «εγκατέλειπε» ο σύζυγος της ήταν το επίκεντρο πολλών αρνητικών σχολίων και κριτικών από το κοινωνικό της σύνολο. Αντίθετα ο άνδρας δεχόταν εύκολα στήριξη. Βοήθεια, ακόμα και όταν επέλεγε να νυμφευθεί ξανά ο περίγυρος έδειχνε κατανόηση ότι ένα παιδί χρειάζεται πάντα την φροντίδα μιας γυναίκας. Πάνω σ’ αυτή την στερεοτυπική δικαιολογία μεγάλωσαν γενιές και γενιές και γαλούχησαν τους ανθρώπους να περιθωριοποιούν και να βάζουν πολύ εύκολα ταμπέλες.

      Από ‘έρευνες που ‘έχουν γίνει κατά καιρούς έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν τυπικές διαφορές στον τρόπο που πολλές κοινωνίες διαφοροποιούν τα δύο φύλα, σε ότι αφορά την ιδιαιτερότητα που αυτές επέβαλαν στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. Το ότι και τα δύο φύλα συμπεριφέρονται με τον τρόπο που τους δίδαξαν προηγούμενες γενιές ασφαλώς και δεν προκαλεί έκπληξη. Ωστόσο γεννά πολλά και ενδιαφέροντα ερωτήματα. Η εικόνα των διαφορών μεταξύ των δύο φύλων όπως αυτή παρουσιάζεται από την ανθρωπολογία, εμφανίζει τους άνδρες να έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μία τάση προς την επιτυχία και κυριαρχία επιβολής, ενώ οι γυναίκες ως πιο κοινωνικές παρουσιάζονται να είναι περισσότερο παθητικές, υποτακτικές και υποχωρητικές. Αυτό το συναντάμε πολύ εύκολα όταν μία μονογενείς χήρα μητέρα αποφασίζει να ακολουθήσει την υποταγή της ίδιας της, της κατάστασης. Θεωρούν ότι είναι η μόνη τους επιλογή. Υπάρχουν και περιπτώσεις γυναικών που ακολουθούν ένα μονοπάτι διαφοροποίησης, δηλ. μπορεί να αλλάξουν τοποθεσία, ο κοινωνικός του κύκλος να εμπεριέχει και άλλα πρόσωπα που δεν θα νιώθει ότι μέσα από εκείνη «κοιτούν» το παρελθόν της. Σ’ αυτή την περίπτωση κατέχει πολύ σημαντικό ρόλο και ο κοινωνικός περίγυρος, πόσο υποστηρικτικός και ειλικρινείς είναι. Είτε το θέλουμε είτε όχι αυτή την σύμπραξη την «φτιάχνουν» και οι δύο πλευρές και η γυναίκα και το κοινωνικό σύνολο.

      ΑΝΔΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ

      Κάποιες κατευθύνσεις, κάποια πρότυπα δίνονται στον άνθρωπο από την πολύ τρυφερή του ηλικία. Σαν να μετουσιώνεται σ’ ένα τρόπο ζωής και καλείται να το υπηρετεί υπάκουα και ευλαβικά. Όταν φτάσει στην ενήλικη πλέον ζωή καλείται από τις γύρω περιστάσεις να προσαρμόσει τα όσα έμαθε από παλιά στις νέες πραγματικότητες, στα νέα δικά του δεδομένα. Οι νέοι σήμερα (τουλάχιστον οι περισσότεροι) βλέπουμε να είναι περισσότερο διαλλακτικοί, επικοινωνιακοί, ανοιχτοί χωρίς να τοποθετούν «ταμπέλες» στους γύρω τους, χωρίς να κρίνουν την ζωή τους και χωρίς να τους καταδικάζουν. Αρχίζουν λοιπόν και ξεχωρίζουν από τις πεποιθήσεις και τα στερεότυπα των προηγούμενων γενεών. Δεν το συναντάμε απόλυτα διότι ορισμένοι μπορεί να μην εκδηλώνουν ανοιχτά τις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους αλλά στο βάθος του μυαλού τους επικρατεί εν μέρι μία παλαιότερη στενή σκέψη, όπως των προγόνων τους. Παράδειγμα εάν μία μητέρα χάσει τον σύζυγο της και για πολλά χρόνια η πλήρη αφοσίωση της είναι τα παιδιά της και η ευρεία οικογένεια του συζύγου της ζει κοντά της, βλέπει την πορεία και την διαδρομή της, τότε είναι πολύ πιθανό αυτή η γυναίκα να δυσκολευτεί ακόμη περισσότερο να «τολμήσει» να προχωρήσει. Το προχώρημα είναι υποκειμενικό για τον καθένα. Μπορεί οι νεότερε γενιές αυτών των συγγενών να θέλουν να δουν αυτή την γυναίκα να «προχωρά» την ζωή της, αλλά εάν αντιληφθούν, μάθουν ή ακούσουν κάτι μπορεί το νέο αυτό να μην το αποδεχτούν μέσα τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι αρέσκονται να μένουν στις σκέψεις και στις πεποιθήσεις τους, είναι ένα εύκολο βόλεμα.

      Στερεότυπα που ακολουθούν τους άνδρες σύμφωνα με ερευνητικά ευρήματα είναι η κυριαρχία, η αυτονομία, η επιθετικότητα, η τάση για επίδειξη, η επιθυμία για επιτυχία και η αντοχή. Ενώ όπως αναφέραμε και παραπάνω η ταπεινότητα, η υποχωρητικότητα, η παροχή βοήθειας προς τρίτους, η φροντίδα και η φιλικότητα είναι χαρακτηριστικά που αποδίδονται κυρίως στις γυναίκες. Σε αναπτυγμένες χώρες όπου οι γυναίκες εργάζονται και σπουδάζουν η ιδεολογία σχετικά με την θέση της γυναίκας είναι προσανατολισμένη προς την ισότητα των δύο φύλων (Williams& Best, 1989). Σ’ αυτές τις χώρες τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους με ισότιμο τρόπο. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η ιδεολογία περί ισότητας των δύο φύλων εξαπλώνεται, αλλά είναι πολύ περισσότερο αποδέκτη από τις γυναίκες απ’ ότι στους άνδρες. Σε αρκετές χώρες οι γυναίκες δείχνουν να είναι περισσότερο φιλελεύθερες απ’ ότι οι άνδρες. Είναι εκείνες που δείχνουν να είναι υπέρμαχοι της ισότητας των δύο φύλων, εξαγνίζουν την αδικία, την ανισότητα, τον ρατσισμό, αποκλίνουν από στερεότυπα που «κλειδώνουν» και περιορίζουν τους ανθρώπους.

      ΠΟΙΑ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

      Ότι και να βιώνει μία χήρα, ανύπαντρη, ή διαζευγμένη μητέρα, μόνο η ίδια γνωρίζει ουσιαστικά πως βιώνει την καθημερινότητα της, τα ζορίσματα, τις δυσκολίες της. Θα ακουστούν αρκετές κακεντρέχειες από διάφορες πηγές, που αυτές οι πηγές μπορεί να προκαλέσουν θυμό, οργή, άμυνα στην γυναίκα αυτή. Από αντίδραση και μόνο μπορεί σπασμωδικά να προβεί σε κάποιες κινήσεις που αργότερα να μετανιώσει. Δυστυχώς μία μεγάλη μάζα ατόμων ζουν, «τροφοδοτούνται» με την πορεία και την ζωή των άλλων, τι κάνουν, ποιες οι κινήσεις τους, πως είναι η ζωή τους. Είναι η τροφή τους για να ζουν μέρα με την ημέρα. Κάποιες συμπεριφορές μπορεί και να παρεξηγηθούν δηλ. εάν μία χήρα μητέρα, νιώσει την ανάγκη να κοινωνικοποιηθεί ξανά στο σύνολο, να βγει, να εργαστεί, να δείχνει εύθυμη, νιώσει χαρά με κάποια πράγματα......αυτά και άλλα πολλά μπορεί πολύ εύκολα να παρεξηγηθούν και οι «ταμπέλες» να μην αργήσουν να έρθουν. Νομίζω ότι το στομάχι αυτών των μητέρων –γυναικών έχει σκληρύνει ήδη από το βίωμα τους, οπότε οι κακεντρέχειες δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που έχουν ήδη βιώσει.

      Όταν κάτι γίνεται χωρίς πρόκληση και επίδειξη τότε είναι πολύ πιθανό κάποιος να μην δώσει σημασία, ακόμα και να το θεωρήσει ως μία φυσιολογική και υγιή εξέλιξη. Έχει να κάνει με την πρόθεση της κάθε μονογονέα. Το κίνητρο πάντως είναι ένα, μία καλύτερη ζωή και θέση για την ίδια και τα/το παιδί/α της.

      ΑΝΥΠΑΝΤΡΗ ΜΗΤΕΡΑ (ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ)

      Ολοένα συναντάμε γυναίκες που αποφασίζουν να γίνουν μητέρες χωρίς να προχωρήσουν σε γάμο, είτε είναι με τον πατέρα του παιδιού τους είτε όχι. Ποικίλουν οι λόγοι που η κάθε γυναίκα προβεί σε μία τέτοια απόφαση. Αν μιλήσουμε ιστορικά, παλιότερα μία γυναίκα έκανε παιδί εκτός γάμου διότι ο πατέρας του παιδιού, δεν ήθελε, ή δεν αναγνώριζε αυτό το παιδί. Ή ακόμα μέσα από διάφορες συγκυρίες η γυναίκα να μην είχε κάποια σχέση το μωρό να ήρθε στην ζωή από κάτι εφήμερο, παροδικό, ή ακόμα και με βίαιο τρόπο....παρ’ όλα αυτά η γυναίκα αυτή αποφασίζει να ακολουθήσει τον δύσκολο αλλά υπέροχο δρόμο να γίνει μονογονέας. Η κοινωνία σ’ αυτή την περίπτωση ήταν καταδικαστέα, απορριπτική, σκληρή, έθετε αυτά τα άτομα στο περιθώριο, εξ’ ονόματι τι είναι σωστό και πρέπον να ακολουθείται. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει, βλέπουμε αρκετά ζευγάρια που δεν προχωρούν σε γάμο καμίας μορφής (πολιτικό -θρησκευτικό). Είτε από άποψη ιδεολογική , είτε ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Η ανύπαντρη μητέρα στις ημέρες μας επωφελείται αρκετά επιδόματα από κοινωνικούς φορείς. Οπότε για πολλούς είναι ένας σημαντικός λόγος να το κάνουν, εξάλλου ο γάμος δεν είναι απαραίτητα απόδειξη αγάπης και ένωσης δύο ανθρώπων. Το ‘ότι οι άνθρωποι, αγαπιούνται, ζουν μαζί, μοιράζονται, ευτυχούν, αυτό κάνει μία οικογένεια και όχι απαραίτητα μία διαδικασία. Αυτή την άποψη την πιστεύουν αρκετοί στις ημέρες μας, και η κοινωνία αρχίζει σιγά-σιγά να την υπερασπίζεται και να την δέχεται. Η ανύπαντρη μητέρα αρχίζει σταδιακά να συγκαταλέγεται στο κοινωνικό σύνολο, να δέχεται αποδοχής, ασχέτως εάν ορισμένες φορές ο νους ορισμένων τρέχει λίγο πίσω και μπορεί να σκεφτούν αρνητικά, στερεοτυπικά, υποτημιτικά. Η επιλογή του καθένα είναι μία πολύ προσωπική υπόθεση που καλό είναι να γίνεται σεβαστή, εάν όχι αποδεκτή, τουλάχιστον σεβαστή!!!