Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

ΈΦΗΒΟΙ: ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ

    Με τον όρο «αρνητική συμπεριφορά» εννοούμε πράξεις ή λέξεις που προσβάλλουν, θίγουν τα δικαιώματα, την ασφάλεια των άλλων ή είναι καταστροφικές και επικίνδυνες για τον ίδιο τον έφηβο.
    Κατά ένα παράδοξο τρόπο έχουμε συνηθίσει όλοι μας να κατακρίνουμε την αρνητική συμπεριφορά των νέων. Αναθέτουμε 100% το βάρος της ευθύνης στις δικές τους πλάτες σαν να είναι οι μόνοι υπαίτιοι για ό,τι κακό συμβαίνει στην οικογένεια και τη ζωή των γονέων τους.
    Μήπως όμως εθελοτυφλούμε; Σκεφτήκαμε ποτέ γιατί ένας έφηβος έχει μια τόσο έντονη αρνητική συμπεριφορά, κυρίως προς τους γονείς του;
    Οι βασικοί στόχοι αυτής της συμπεριφοράς είναι:
1. Προσοχή: ο έφηβος προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των γονέων του και όχι μόνο.
2. Δύναμη: ο έφηβος θέλει να επιδείξει στους γονείς του ότι και αυτός έχει δύναμη.
3. Εκδίκηση: ο έφηβος επιδιώκει με τη συμπεριφορά του να εκδικηθεί τους γονείς του.

    Αυτοί οι στόχοι της αρνητικής συμπεριφοράς δεν προωθούν την εξέλιξη του ατόμου, αλλά μάλλον την εμποδίζουν. Τα παιδιά που παρουσιάζουν τέτοια συμπεριφορά είναι συνήθως αποθαρρυμένα. Στέλνουν κάποια ισχυρά μηνύματα στους γονείς τους και στην κοινωνία. Παιδιά που είναι ευχαριστημένα από τους γονείς τους και τους εαυτούς τους δε δημιουργούν προβλήματα ούτε στους εαυτούς τους, ούτε στους άλλους.
Εκτός από τους 3 βασικούς στόχους της αρνητικής συμπεριφοράς θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε τον κατάλογο και με τρία ακόλουθα συναισθήματα: συγκίνηση, παραδοχή από τους συνομηλίκους, ανωτερότητα. Οι στόχοι αυτοί αντιπροσωπεύουν μεθόδους που οι έφηβοι χρησιμοποιούν για να εκπληρώσουν την επιθυμία να ανήκουν και αυτοί κάπου.
Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσετε τα αίτια της αρνητικής συμπεριφοράς του εφήβου σας είναι να παρατηρήστε πρώτα τα δικά σας συναισθήματα και μετά τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος ανταποκρίνεται σ’ αυτά που λέτε ή κάνετε.
    Παρατηρήστε λοιπόν τα δικά σας συναισθήματα πρώτα απέναντι στην αρνητική συμπεριφορά του εφήβου σας: αισθάνεστε ενοχλημένοι; Θυμωμένοι; Πληγωμένοι; Απογοητευμένοι;
    Στη συνέχεια παρατηρείστε πως αντιδρά ο έφηβος στη δική σας αντιμετώπιση της δικής του συμπεριφοράς: Σας αγνοεί; Κατσουφιάζει; Διαφωνεί; Σταματάει προσωρινά να συμπεριφέρεται άσχημα και μετά ξαναρχίζει; Αν πρώτα συνειδητοποιήσετε πώς αισθάνεστε και στη συνέχεια παρατηρήσετε πως αντιδρά ο έφηβος στην προσπάθειά σας να τον διορθώσετε, θα κατανοήσετε τι είναι αυτό πραγματικά που επιδιώκει και θα μπορέσετε να αντιμετωπίσετε αποτελεσματικά την αρνητική συμπεριφορά του.
    Ας εξετάσουμε το παράδειγμα της επίδειξης δύναμης.
    Οι έφηβοι που αναζητούν δύναμη, πιστεύουν ότι γίνονται σημαντικοί, όταν προκαλούν την εξουσία και ανακτούν τον έλεγχο. Φοβούνται ότι οι άλλοι θέλουν να τους εξουσιάσουν γι’ αυτό προσπαθούν να βρουν τρόπο για να επιβληθούν αυτοί σε κάθε κατάσταση. Οι έφηβοι αυτοί είναι δυνατόν να καταδυναστεύσουν τους γονείς τους. Οι έφηβοι που αναζητούν δύναμη, θέλουν να γίνεται πάντα το δικό τους. Η συμπεριφορά των εφήβων που έχει στόχο την επίδειξη δύναμης συνδέεται με το θυμό.
    Στην περίπτωση της επίδειξης δύναμης, το αίσθημα των γονιών είναι να αισθάνονται ενοχλημένοι. Στην περίπτωση της εκδήλωσης εκδίκησης, οι γονείς αισθάνονται πληγωμένοι. Στην περίπτωση, τέλος, της επίδειξης ανικανότητας, οι γονείς αισθάνονται απογοητευμένοι. Πρώτο βήμα λοιπόν για την αντιμετώπιση της αρνητικής συμπεριφοράς των εφήβων είναι η αναγνώριση εκ μέρους των γονέων του στόχου αυτής της αρνητικής συμπεριφοράς.

    ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΦΗΒΟΥ
    Η έννοια της αυτοαναφοράς μας επιτρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην κατανόηση αφ ενός των αντιλήψεων ενός εφήβου και αφ ετέρου στις αντιλήψεις που επικρατούν στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Για παράδειγμα το θέμα της σεξουαλικότητας και της αμφιλεγόμενης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Ως γονείς είναι να αναρωτηθούμε τι να σημαίνει για εμάς αυτή η δική μας έντονη ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ότι η συγκεκριμένη ενασχόληση απορρέει από έναν βαθύτερο προβληματισμό γύρο από το μέλλον των παιδιών.
    Εποικοδομητικό θα ήταν να δεχθούμε ότι αυτή η εμμονή να βοηθηθούν τα παιδιά λειτουργεί ικανοποιητικά γύρω από τις θεμελιακές ανακατατάξεις γύρω από το ρόλο του άνδρα και της γυναίκας άρα και την σχέση μεταξύ τους. Αντί να ακούμε τα παιδιά και τα θέματα που τους απασχολούν ή όχι θα αναγκαζόμασταν να δεχθούμε ότι το θέμα είναι κοινό σε μικρούς και μεγάλους όπως και η ανησυχία για τον κλονισμό της οικογένειας.
    Άραγε η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι να ενταχθεί σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ,ώστε να αυξηθεί η εσωτερική συγκρότηση των εφήβων;; Πόσοι γονείς ή εκπαιδευτικοί μπορούν να μιλήσουν σ’ ένα έφηβο για τον ρόλο τους ως άνδρες ή ως γυναίκες χωρίς οι ίδιοι να πέσουν σε αντιφάσεις και ασάφειες;; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η αυξανόμενη χαοτική συμπεριφορά των εφήβων –ναρκωτικά, ψυχιατρικά προβλήματα, νεανική εγκληματικότητα..... εκφράζουν την αύξηση των δυσλειτουργικών αντιλήψεων, συναισθημάτων και ενεργειών που αφορούν την σύγχρονη οικογένεια. Γιατί εθελοτυφλούμε όταν θεωρούμε ότι οι σεισμοί πολλών ρίχτερ που συγκλονίζουν την σύγχρονη οικογένεια δεν επηρεάζουν τον τρόπο που θα λειτουργήσει ο έφηβος μέσα στο σπίτι, μέσα στο σχολείο, στους χώρος δραστηριότητας του (επαγγελματικοί στόχοι, σχέσεις με τον μελλοντικό σύντροφο)!!!
    Οι έφηβοι ξεκάθαρα αναζητούν καινούργιους τρόπους συνύπαρξης. Η επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη γίνεται πλέον πιο σημαντική, πέραν από την ανταλλαγή των υλικών αγαθών. Ο σκοπός για την συμβίωση των μελών μιας οικογένειας συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την ψυχοκοινωνική τους επιβίωση. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι οι έφηβοι τονίζουν με έμφαση την ανάγκη τους για επικοινωνία. Αν κάποτε ο ρόλος της οικογένειας της βιομηχανικής εποχής ήταν να παραδώσει στην κοινωνία ένα εκπαιδευμένο μέλος για να αυξηθεί η βιομηχανική παραγωγή, η οικογένεια της μεταβιομηχανικής εποχής σκοπό της έχει να παραδώσει στην κοινωνία συγκροτημένα άτομα όπου θα μπορούν να συμβάλουν στην λειτουργικότητα των ομάδων στις οποίες θα ανήκουν.



    ΤΙ ΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥΣ
    Όχι μόνο το ζητούν αλλά το φωνάζουν κιόλας: «Δεν θέλουμε τους γονείς από επάνω μας, μα δίπλα μας». Σ’ ένα παιδί έως τα 10 του μπορεί ο γονιός να είναι «κατά πάνω του». Το ίδιο ούτε το καταλαβαίνει, αλλά ούτε και το συνειδητοποιεί, δεν έχει την ενδοστρέφεια, δεν βασανίζεται. Η εφηβική ηλικία όμως αναδιπλώνεται, στρέφεται στον εαυτό της. Οι έφηβοι θέλουν τους γονείς τους δίπλα τους. Οι έφηβοι δεν λένε μακριά, μα δίπλα. Κάτι άλλο που ζητούν οι έφηβοι από τους μεγαλύτερους είναι να «ξεχάσουν την εποχή τους ή να προσαρμοστούν στην τωρινή». Όποια ηλικία και αν έχουν οι γονείς οι έφηβοι τους βλέπουν ως πολύ μεγάλους. Καλό και χρήσιμο είναι οι γονείς να κάνουν την αυτοκριτική τους, την αυτογνωσία και να ελέγξουν τον αυτοέλεγχο τους.

    ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΙ
    Ακατάλληλοι τρόποι γονικής συμπεριφοράς

Κάθε γονέας επιθυμεί και θέλει να έχει άριστες σχέσεις με τα παιδιά του, το δύσκολο είναι πως θα βρεθεί ο τρόπος να υλοποιηθούν σωστά οι σχέσεις και τα εφόδια. Αρκετοί γονείς αποφασίζουν να είναι διαλλακτικοί, φιλικοί, τι γίνεται όμως όταν έρχονται αντιμέτωποι με τα έφηβα παιδιά τους;; Αρκετοί γονείς τα ξεσπάσματα αυτά τα αντιμετωπίζουν ως «μία περίοδο κρίσεις και θα περάσει», ή «μόνο με αυταρχικότητα καταλαβαίνουν αυτοί οι νέοι». Όλα αυτά όμως δεν έχουν τα θεμιτά αποτελέσματα. Ένα αρκετά συχνό μοντέλο γονικής συμπεριφοράς είναι οι «Ανεχτικοί», οι οποίοι διστάζουν να υποστηρίξουν τις απόψεις και τα πιστεύω τους ανοιχτά. Χαρακτηρίζονται ως καλόβολοι, δεν διαφωνούν σχεδόν ποτέ με τους εφήβους, σπάνια θα εκφέρουν την γνώμη τους για διάφορα θέματα. Η σύγκρουση αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Πάντως κοινωνικά αυτό το γονικό μοντέλο θεωρείται ιδανικό για την εξισσορόπηση της οικογένειας. Η αποτυχία της ανεκτικότητας αφαιρεί από τους γονείς και από τον έφηβο την έννοια του σεβασμού και της αλληλοεκτίμησης. Οι έφηβοι δεν συνεργάζονται ως μέλη της οικογένειας τους, οι γονείς δυσκολεύονται να διατηρήσουν την ενότητα της οικογένειας τους.

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ
1. Οικογενειακή ατμόσφαιρα
2. Αριθμός των αδελφών κατά σειρά γέννησης
3. Κοινωνικοοικονομική κατάσταση
4. Πληθυσμιακή μετακίνηση

    ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ /ΘΕΣΗ ΕΦΗΒΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΟΝΕΑ
1. Απορριπτική στάση. Ο έφηβος δεν τους παραδέχεται, μέχρι και την αρχή της εφηβείας ο γονιός για το παιδί ήταν σ’ ένα βάθρο, τώρα η εξιδανίκευση σιγά-σιγά καταλύει και η εικόνα του παίρνει μία πιο πραγματική άποψη και θέση.
2. Η στάση της ειρωνείας. Συχνά μπορεί να συναντήσουμε ανθρώπους που θέλουν να «εξουδετερώσουν» κάτι και το ειρωνεύονται. Οι έφηβοι σ’ αυτή την αναπτυξιακή τους (σ’ όλα τα επίπεδα) φάση δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν λογικά μία νέα κατάσταση και έτσι ειρωνεύονται.
3. Επαναστατική στάση. Η επανάσταση τους είναι συχνά επίμονη και σκληρή, εδώ ανήκουν γονείς όπου δεν φρόντισαν να συνεννοηθούν με τα παιδιά τους για διάφορα θέματα σε μικρότερη ηλικία. Οι έφηβοι είναι ανοιχτοί προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά η επαναστατικότητα αυτή απέναντι στους γονείς γίνεται σε περιβάλλοντα χρόνο και χώρο όπου αυτές οι δύο γενιές δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν, να κατανοήσουν.

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ!!!!

    Τι «γεννά» την βία, τι την τροφοδοτεί;;;; και ποιους ανθρώπους επισκέπτεται και μάλιστα μένει πολλές φορές και με το «έτσι θέλω» στην ζωή των άλλων;;;;; Μέχρις βέβαια γίνει –θέλει δεν θέλει- αποδεκτή!!! Μου δημιουργεί θυμό και οργή όταν το επονομαζόμενο θύμα «βιάζεται» από τον ευκόλως ονομαζόμενο θύτη (μετά από χρόνια βέβαια οι ρόλοι μεταλλάσσονται μεταξύ τους και οι δύο καταλήγουν να είναι θύματα και θύτες του εαυτού τους). Σε πολύ μικρή ηλικία ταυτιζόμουν μόνο με το θύμα, είχα μία τάση να τον προστατέψω, να συμπαρασταθώ και όλα εκείνα που διαμορφώνουν το παζλ μιας απαθής και μίζερης πραγματικότητας.
    Μεγαλώνοντας όμως –ευτυχώς- άρχισα να αναθεωρώ τις τότε απόψεις μου ότι και το ονομαζόμενο θύμα είναι ο θύτης του εαυτού του και τότε είπα «τώρα ή οργή μου θα μετριάσει», σταμάτησα να κάνω το κοινωνικά αποδεχτό, μέχρις εκείνη την στιγμή υπήρχε ένας διαχωρισμός ότι εκείνος που θα υποστεί, που θα υποφέρει, οφείλει να έχει την συμπόνια και το μέρος όλων, και εκείνος που μόνο διαπράττει μπαίνει στην άκρη. Στις κλειστές και μικρές κοινωνίες όπου και μεγάλωσα αλλά και στις ευρύτερες μεγαλουπόλεις –τελικά- οι περισσότεροι σιωπούν μπροστά στο άκουσμα της βίας και όχι μόνο σε απλό άκουσμα αλλά υπάρχει και αμφισβήτηση στα ίδια τους τα μάτια στο τι βλέπουν. Αποσιωπούν, χαμηλώνουν το κεφάλι και απλά δεν μιλούν, δεν το αναφέρουν, ότι ο τάδε κύριος διαλύει τον ζωστήρα του στο κορμί ενός παιδιού, βγάζει την ορμή του σ’ ένα άψυχο ενήλικο κορμί αντάξιο να αντισταθεί, στην παρουσία του και μόνο ο τρόμος και ο φόβος προκαλεί παράλυση. Είχα ακούσει κάποτε από μία νεαρή γυναίκα ότι «το κορμί μου δ εν το νιώθω πλέον, ας κάνει ότι θέλει, το σώμα μου έχει νεκρωθεί, δεν νιώθει τίποτα.....σε λίγο και η ψυχή μου!!!!».
    Μεγαλώνοντας κάποιος και ενσωματώνοντας την βία σαν αναπόσπαστο και φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινότητας του, το μόνο που νιώθει ακόμα και στην ενήλικη του ζωή είναι ενοχές, μη εμπιστοσύνη στον εαυτό και αδυναμία να βρει ανθρώπους να εμπιστευτεί και να σωθεί. Όταν η βία συγκαλύπτεται όχι μόνο από την οικογένεια αλλά και από τον ευρύ κοινωνικό περίγυρο αυτής, τότε είναι πολύ δύσκολο έως και ακατόρθωτο κάποιες φορές το άτομο να απαγκιστρωθεί από κάπου, να βοηθηθεί και να σωθεί. Είναι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο. Στον Ελλαδικό χώρο αρκετά χρόνια τώρα υπάρχουν κάποιοι φορείς και γραμμές υποστήριξης για άτομα που το σώμα και η ψυχή τους δεν τους ανήκει, η θέση τους είναι σημαντική και οι χώροι αυτοί καταφύγια για αυτά τα άτομα. Είναι τουλάχιστον μία σημαντική αρχή έστω και για πρώτη φορά να νιώσουν ότι μπορούν να ζήσουν, ότι δεν είναι εκείνοι που προκαλούν τους άλλους και αφού το κάνουν καλά κάνουν και ξεσπούν επάνω τους. Για να «χτιστεί» μία σχέση και να γεφυρωθεί θέλει χρόνο. Για κάποιους είναι πιο εύκολο να παραδοθούν σ’ αυτό που λέμε «μοίρα τους» επιβεβαιώνουν συνεχώς στον εαυτό τους ότι καμία άλλη ζωή δεν τους αρμόζει να ζουν, παρά μόνο εκείνη που έχουν βιώσει από την κούνια τους. Η λύτρωση για εκείνους είναι το άφημα – ο θάνατος. Όσοι καταφέρνουν και νιώσουν ότι αυτό στο οποίο ζούσαν για όλη τους την ζωή ήταν άρρωστο, ψυχικά άρρωστο τότε θα εντρυφούν και θα αναζητήσουν αυτό που λέμε «σανίδες σωτηρίας».
    Η βία έχει μετουσιωθεί και μέσα από την τέχνη. Σε μελωδίες, σε στίχους, σε θεατρικές παραστάσεις και είναι συγκλονιστική όταν την ακούς, την βλέπεις, σε διαπερνά. Για κάποιον που δεν έχει βιώσει κάτι ανάλογο, νιώθει σοκ όταν το ακούει, ξαφνιάζεται, προσπαθεί να νιώσει, να καταλάβει αυτόν που παρουσιάζεται ως θύμα και να εναντιωθεί στον θύτη....... Χωρίς υποχρεωτικά να έχει ζήσει την έντονη σωματική βία, την λεκτική, την σεξουαλική ή ακόμα και την ψυχολογική μπορεί κάλλιστα να αναρωτηθεί αν ο ίδιος έχει «βιάσει» κάποια στιγμή την ψυχή του, την ύπαρξη του, μέσο του να απαγορεύσει να κάνει όνειρα, να έχει επιθυμίες, να έχει ανάγκες, επιλογές. Η έλλειψη σεβασμού προς τον εαυτό, η προσωπική εγκατάλειψη στόχων, η ανύπαρκτη αυτοεκτίμηση οδηγούν κάποιον να μην σέβεται τον εαυτό του και να «βιάζει» την ύπαρξη του στερώντας του και νιώθοντας ότι στα πάντα είναι ανεπαρκής. Όποια μορφή και να έχει η βία ένα είναι το σημαντικό απολειφάδι της, την αίσθηση ότι κάποιος «χάνει» τον εαυτό του αργά και σταδιακά. Είναι μεγάλη αναγνώριση σε κάποιον που πασχίζει να απαγκιστρωθεί, από αυτήν να του δοθεί ένα αληθινό και βοηθητικό χέρι ισότητας και στήριξης.....
    Όσο για εκείνους που «βιάζουν» τις ψυχές άλλων έχουν ήδη «βιάσει» την δική τους και δεν τους μένει τίποτα άλλο να κάνουν από αυτό το παλιό και γνώριμο μοτίβο τους!!!!

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Γιατί οι νέοι ακούν δυνατά μουσική δημόσια;

    Τα υψηλά ντεσιμπέλ σηματοδοτούν για τους νέους την περιοχή τους, όπου αισθάνονται άνετα και κοινωνικοποιούνται
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/06/2011

    Πηγή : Το Βήμα


    Παρά το πλήθος ακουστικών, οι νέοι επιλέγουν να ακούνε μουσική «στο τέρμα»


    Με την ευκολία που μας δίνουν σήμερα τα smart phones και τα iPod μπορούμε να κουβαλάμε παντού μαζί μας την αγαπημένη μας μουσική. Τι συμβαίνει όμως, στην ψυχοσύνθεση των νέων που προτιμούν αντί να φορέσουν τα ακουστικά τους, να ακούν δυνατά τα αγαπημένα τους τραγούδια δημόσια;
    Κι όταν λέμε δημόσια, εννοούμε στο σχολείο, το λεωφορείο, το πάρκο, ακόμα και περπατώντας στον δρόμο. Οι παρέες των 15χρονων είναι σήμερα πολύ θορυβώδεις, προκαλώντας συχνά δυσφορία στους μεγαλύτερους.
Το φαινόμενο εξαπλώνεται μάλιστα με τέτοιους ρυθμούς που έχει επικρατήσει μια αγγλική λέξη για να το περιγράψει, το sodcasting. Η λέξη αποδίδεται στον Pascal Wyse της Guardian, ο οποίος στην στήλη του Wyse Words καταγράφει λέξεις που θα έπρεπε να υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχουν.
    Στο Urban Dictionary ορίζεται ως η πράξη να ακούει κανείς μουσική δημόσια μέσω του ηχείου του κινητού τηλεφώνου, κυρίως μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αγαπημένη συνήθεια νέων που φορούν πολυεστερικά, επώνυμα αθλητικά είδη και έχουν αμφίβολα μουσικά γούστα.
    Σύμφωνα με έρευνα του BBC news, οι επιστήμονες θεωρούν ότι δεν είναι μια εγγενής αντικοινωνική συμπεριφορά, αλλά αντανακλά την τάση των ανθρώπων να οριοθετούν την «επικράτειά» τους. Για τους νέους η δυνατή μουσική καθορίζει τον χώρο που τους ανήκει, όπως συμβαίνει στην φύση με το κελάηδισμα των πουλιών και το τιτίβισμα των εντόμων.
    Εντός της εμβέλεια της δυνατής μουσικής οι νέοι αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, όπου συχνά δεν τους επιτρέπεται να ακούν δυνατά την μουσική που τους αρέσει. Επιπλέον, αποτελεί κι έναν τρόπο να φέρουν κοντά τους άλλους νέους με τα ίδια γούστα, διώχνοντας τους μεγάλους μακριά. Όπως λένε εξάλλου οι επιστήμονες, η μουσική ενώνει τους ανθρώπους σε ομάδες, με τον ίδιο τρόπο που ο ρυθμός συγχρονίζει την συμπεριφορά τους.
    Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι νέοι πάντα συμπεριφέρονταν το ίδιο, με τους πρώτους sodcasters να έχουν κάνει την εμφάνισή τους τις δεκαετίες του '70 και του '80. Πίσω στα '70s, όσοι άκουγαν ροκ γίνονταν αποδέκτες μεγάλης αμφισβήτησης από την ίδια τους την οικογένεια, που την χαρακτήριζε σκουπίδι. Έτσι, αναγκάζονταν όσοι είχαν κασετόφωνο να βγαίνουν στα πάρκα για να ακούσουν μουσική.
Επίσης, δεν ξεχνάμε τον Τζον Τραβόλτα στο πολύ γνωστό μιούζικαλ Grease να περπατάει ανάμεσα στους κολλητούς του, στηρίζοντας στον ώμο του ένα κασετόφωνο εποχής. Μια συνήθεια που έγινε στην συνέχεια δημοφιλής ανάμεσα στους νέους της δεκαετίας του '80.